
«Εκ πρώτης όψεως» και καταρχήν το «δικαίωμα αντίστασης»[1] στην κρατική εξουσία εμφανίζεται ως έννοια εσωτερικά αντιφατική[2] : Διότι το μεν «δικαίωμα» αποτελεί δυνατότητα παρεχόμενη απο την έννομη τάξη, η δε «αντίσταση» συνιστά αντίδραση - και μάλιστα συχνά δυναμική - στην υλοποίηση των επιταγών της. Σε μια ολοκληρωτική έννομη τάξη, όπου η θέληση των κυβερνώντων ταυτίζεται με τη νομιμότητα, και η κρατική βία αυτονομιμοποιείται απο μόνη την ικανότητα επιβολής της, «δικαίωμα αντίστασης» του πολίτη[3] δέν νοείται.
Το δικαίωμα αυτό κατεξείρεση μπορεί να ανακύψει εκεί όπου η νομιμότητα θεμελιώνεται σ' ένα αντικειμενικό σύστημα κανόνων δικαίου, προς το οποίο εκάστοτε παραβάλλεται και συγκρίνεται η καθημερινή δραστηριότητα της κρατικής εξουσίας προκειμένου να καταφαθεί η νομιμοποίησή της. Σε μια δημοκρατική και φιλελεύθερη έννομη τάξη, όπου η κρατική εξουσία νομιμοποιείται απο τη νομιμότητα της υλοποίησης των επιταγών της[4], η υποχρέωση του πολίτη να συμμορφωθεί προς αυτές δέν είναι αυτονόητη, αλλά αξιώνεται - ως κανόνας - εφόσον καταφάσκεται η νομιμοποίηση της εξουσίας κατα την άσκησή της. Ως εξαίρεση, συνεπώς, μπορεί να εμφανιστεί - αναγνωρισμένη απο την ίδια τη δημοκρατική και φιλελεύθερη έννομη τάξη - η δυνατότητα του πολίτη να αντισταθεί, ακόμα και δυναμικά, στην άσκηση της κρατικής εξουσίας επι του πεδίου επιβολής της, όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση εμφανίζεται τούτη ανομιμοποίητη[5] : Πρόκειται ακριβώς για το δικαίωμα αντίστασης.





Subscribe to RSS Feed